Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

recurring decimal


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο recurring παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: decimal
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: recurring, recur, reoccur

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
recurring adj (dream, event: occurring again)επαναλαμβανόμενος μτχ ενεστ
 A recurring nightmare may be a sign of a psychological problem.
recurring adj (number: repeating periodically) (αριθμός)επαναλαμβανόμενος μτχ ενεστ
 A dot above the number indicates that it is a recurring decimal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
recur vi (happen again)επαναλαμβάνομαι, ξανασυμβαίνω ρ αμ
 This alignment of the planets won't recur for another 20 years.
 Η ευθυγράμμιση των πλανητών δεν θα επαναληφθεί (or: ξανασυμβεί) για τα επόμενα 20 χρόνια.
recur vi (happen repeatedly)επαναλαμβάνομαι ρ αμ
 I have a nightmare that recurs every night.
recur,
recur to [sb] (that)
vi
(return to mind) (στο μυαλό)επανέρχομαι ρ αμ
 The idea keeps recurring to me that I should throttle you.
 Στο μυαλό που επανέρχεται συνέχεια η ιδέα να σε στραγγαλίσω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
reoccur,
recur
vi
(happen again)ξανασυμβαίνω ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
recur | recurring | reoccur
ΑγγλικάΕλληνικά
recur to,
recur to [sth]
vtr phrasal insep
formal (have recourse to)καταφεύγω σε κτ, προσφεύγω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 If they refuse to refund your money, you can always recur to small-claims court.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην καταφεύγεις σε τεχνάσματα καθώς δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
recurring | recur | reoccur
ΑγγλικάΕλληνικά
nonrecurring,
non-recurring
adj
(one-off, not repeated)μεμονωμένος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση recurring decimal στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «recurring decimal».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!